Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου 2015

ΘΕΟΦΙΛΟΣ - ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ ΚΑΙ ΑΡΕΤΟΥΣΑ

Ο Ερωτόκριτος και η Αρετούσα, 1933, φυσικά χρώματα σε καμβά

Το εξαίρετο έργο της τελευταίας περιόδου του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου «Ερωτόκριτος και Αρετούσα» έχει ως θέμα τους δύο ήρωες του αφηγηματικού ποιήματος του Βιτσέντζου Κορνάρου τον 16ο αιώνα, στο οποίο ο λογοτέχνης εξιστορεί την περιπέτεια του Ερωτόκριτου, που είχε ερωτευτεί την Αρετούσα, κόρη του βασιλιά της Αθήνας.

Στον πίνακα του Θεόφιλου παρουσιάζεται μια κρυφή συνάντηση των δύο ερωτευμένων. Η Αρετούσα ανταποκρίνεται στον έρωτα του Ερωτόκριτου, ο οποίος έχει ανεβεί με σχοινένια σκάλα στο μπαλκόνι της. 
Τα δύο πρόσωπα είναι σχεδιασμένα ισότιμα στο κέντρο του πίνακα, σε διάταξη μετωπική απέναντι στον θεατή, το ένα δίπλα στο άλλο, και υπερμεγέθη σε σχέση με τα αντικείμενα του περιβάλλοντός τους (π.χ. το μπαλκόνι), για να αναδειχτεί η σημασία τους. Παρόλο που ο Θεόφιλος αποφεύγει τις επικαλύψεις των κύριων θεμάτων του, εδώ ο Ερωτόκριτος επικαλύπτει αρκετά το σώμα της Αρετούσας, για να εντείνει το σμίξιμό τους. Ο περιβάλλων χώρος αποδίδει την ελληνικότητα του τοπίου και συνδέει την Αρχαιότητα (κορινθιακά κιονόκρανα) με το Βυζάντιο και τη Φραγκοκρατία στα κλασικά κτίρια. Ο κήπος με τα ελληνικά φυτά, τις διακοσμητικές γλάστρες και το παγώνι γεμίζει κάθε κενό γύρω από το ζευγάρι.
Στο σχέδιο του καλλιτέχνη είναι εμφανής η έλλειψη δεξιοτεχνίας. Εντούτοις, ο ποιητικός ρυθμός, η χάρη της πινελιάς, η εσωτερική ζωντάνια, το ανθρώπινο στοιχείο και το φωτεινό καθαρό χρώμα μαρτυρούν έναν ζωγράφο «γεννημένο από το ελληνικό τοπίο και τα έθιμά του». Ο χώρος είναι φαινομενικά δισδιάστατος και η απόδοση του βάθους είναι συμβολική, κατά τα βυζαντινά πρότυπα. Έχουμε έντονα περιγράμματα και φωτοσκιάσεις με γρήγορες πινελιές. Σε όλο το έργο κυριαρχεί μια χρωματική αντίθεση ανάμεσα στο γαλάζιο και την κόκκινη ώχρα. Γαλάζια - μπλε είναι τα ρούχα του Ερωτόκριτου, που συνδυάζοναι αρμονικά με το γαλάζιο στους κίονες και στον ουρανό. Αντίθετα, στο φόρεμα της Αρετούσας κυριαρχούν οι ώχρες, που συνδυάζονται αρμονικά με το φόντο στο άνοιγμα της κουρτίνας και στο μπαλκόνι, αλλά και με τις υπόλοιπες διάχυτες κόκκινες ώχρες σε όλο τον διάκοσμο.
Συνήθως τα έργα του Θεόφιλου είναι σχεδιασμένα από ψηλά και μάλλον λοξά, ενώ εδώ ο θεατής βρίσκεται μπροστά ακριβώς στο θέμα του. Υπάρχει επιμονή στην απόδοση της φορεσιάς, για να δειχτεί η καταγωγή και να μη μείνει αμφιβολία για τον ήρωα που παρουσιάζεται. Άλλωστε γι’ αυτόν τον σκοπό έχει προστεθεί και το κείμενο στο επάνω μέρος του πίνακα: «Διά σχηναίαν σκάλα αναβιβαζόμενος ο Ερωτόκριτος χαιρετών την Αρετούσαν».

Οι πιο γνωστοί στίχοι του Ερωτόκριτου

Αραγε υπάρχει άντρας ή γυναίκα στην Κρήτη που να μην έχει σιγοτραγουδήσει έστω και μια φορά τους στίχους αυτούς:

Τ’ άκουσες Αρετούσα μου, τα θλιβερά μαντάτα;
ο Κύρης σου μ’ εξόρισε σ’ τση ξενιτιάς τη στράτα.

Τέσσερεις μέρες μοναχά μου ’δωσε κι ανιμένω,
ύστερα να ξενιτευτώ, πολύ μακριά να πηαίνω.

Και πώς να σ’ αποχωριστώ και πώς να σου μακρύνω
και πώς να ζήσω δίχως σου τον ξορισμόν εκείνο;


Οι παραπάνω στίχοι είναι αυτοί που τραγουδούν στο παρακάτω βίντεο ο Βασίλης Παπακωσταντίνου και η Γεωργία Νταγάκη.


...Κατέχω το κι ο κύρης σου γλήγορα σε παντεύει
Ρηγόπουλο, Αφεντόπουλο, σαν είσαι συ γυρεύει

και δεν μπορείς ν’ αντθισταθής στα θέλουν οί γονείς σου
νικούν τηνε τη γνώμη σου κι αλλάσει η όρεξή σου.

Μια χάρη Αφέντρα σου ζητώ κι εκείνη θέλω μόνο
καί μετά κείνη ολόχαρος τη ζήση μου τελειώνω

την ώρα π’ αρραβωνιστής να βαραναστενάξης
κι’ όντε σα νύφη στολιστής σαν παντρεμένη αλλάξης

ν’ αναδακρυώσης καί να πής, Ρωτόκριτε καημένε
τα σού τασσα λησμόνησα, τα θέλες μπλιό δέ έναι
.......................................................................................

Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2015

Ν. ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ - ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΑΙ ΜΟΥΣΑ

 
Ποιητής και Μούσα 1938, ελαιογραφία σε μουσαμά
Η μούσα παρουσιάζεται με αρχαία ελληνική ενδυμασία. Αντί για κεφάλι έχει έναν πάπυρο σε ειλητάριο (χειρόγραφη επιμήκης μεμβράνη) και παραδίδει ένα βιολί στον ποιητή. Ο ποιητής καθιστός, με σώμα και κεφάλι κούκλας (θυμίζοντας τον Ντε Κίρικο) και με αόρατα μπράτσα, παραλαμβάνει το θείο δώρο της μούσας. Τα περισσότερα σύμβολα του έργου είναι ευδιάκριτα και ίσως εύκολα αναγνώσιμα. Το ταυ και το τρίγωνο στον τοίχο είναι η λογική και η γεωμετρία του λόγου και της ποίησης. Τα ψάρια στα πόδια των μορφών είναι ίσως η ποίηση σε αντιπαράθεση με τα υπόλοιπα αντικείμενα, τους γεωμετρικούς όγκους που βρίσκονται στο πάτωμα (κώνους, σφαίρα κτλ.). Το μη λογικό, το παράδοξο, το ανορθόδοξο, το μη εξηγήσιμο είναι βέβαια ο κανόνας στον σουρεαλισμό και είναι ο κανόνας και σ’ αυτό το έργο.
Ο κόκκινος κύβος αριστερά κρύβει έναν εξωτερικό χώρο μέσα του. Ο πίνακας στον τοίχο πίσω είναι πιθανόν ένα παράθυρο, που ενώνεται μορφικά με τον τοίχο - άνοιγμα δεξιά. Τα σύννεφα είναι ίδια. Ποιος είναι ο πίνακας; Ποια είναι η φύση; Γιατί ο ποιητής δεν έχει μπράτσα; Γιατί δεν έχει πρόσωπο; Ίσως η ίδια η ποίηση θα τον μετατρέψει από κούκλα σε πραγματικό άνθρωπο.
Ο χώρος είναι ένα θεατρικό σκηνικό, στο οποίο απεικονίζονται οι δύο κύριες μορφές σε μια αρχαιοελληνική ιδέα. Η μούσα δίνει στον άντρα την έμπνευση και την ικανότητα, τον μεταμορφώνει σε ποιητή.
Υπάρχουν δύο ακόμη μορφές έξω στην παραλία: ο άντρας με μαγιό εποχής και η γυναίκα με ρούχα παριζιάνικης μόδας των αρχών του περασμένου αιώνα. Αυτές οι δύο μορφές έρχονται σε αντίθεση με το ζευγάρι «Ποιητής και μούσα».
Αξίζει να παρατηρήσουμε και το νεοκλασικό κτίριο που υπάρχει στον πίνακα. Ο σεβασμός στην παράδοση και η επιστροφή στις ρίζες, είτε αυτό αφορά την αρχαιότητα είτε την πρόσφατη ιστορία, όπως πρεσβεύει και ο δάσκαλός του Φώτης Κόντογλου, διαφαίνονται και σ’ αυτό το έργο του Εγγονόπουλου, το οποίο συνδέεται όμως και με την ευρωπαϊκή πρωτοπορία του σουρεαλισμού.

Πέμπτη, 17 Δεκεμβρίου 2015

ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ - ΟΙ ΜΟΥΣΙΚΟΙ



Ο πίνακας παρουσιάζει 3 άντρες, οι οποίοι δεν έχουν χαρακτηριστικά στο πρόσωπο. Τα όργανα που παίζουν δεν είναι φανερά. Το ένα μοιάζει με κλαρίνο, το άλλο με κιθάρα και το τρίτο με φλάουτο. Οι 3 άνθρωποι φοράνε μόνο παντελόνι και ο καθένας με διαφορετικό χρώμα. Ο ένας μαύρο, ο άλλος  κίτρινο και ο τρίτος κόκκινο. Η μέση τους είναι πολύ λεπτή και τα άκρα τους φαρδιά.
 Όταν κοιτάζω αυτή την εικόνα νιώθω να χάνομαι ανέμελα μέσα στον κόσμο της μουσικής. 

Την ανάρτηση έκανε ο μαθητής του Ε2 Τουφεξής Γιάννης

Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2015

ΠΟΛΥΚΛΕΙΤΟΣ - ΔΙΑΔΟΥΜΕΝΟΣ - ΔΟΡΥΦΟΡΟΣ - ΑΓΑΛΜΑ ΗΡΑΣ


Λίγο νεότερος από τον Αθηναίο Φειδία ήταν ο δεύτερος κορυφαίος γλύπτης του 5ου αιώνα π.Χ., ο Πολύκλειτος που καταγόταν από το Άργος. Πολύ λίγα μας είναι γνωστά για τη ζωή και τη σταδιοδρομία του μεγάλου αυτού καλλιτέχνη, διαθέτουμε όμως μαρτυρίες για τα σημαντικότερα έργα του, μερικά από τα οποία τα γνωρίζουμε και από αντίγραφα των ρωμαϊκών χρόνων.
Ο Πολύκλειτος είχε γράψει ένα βιβλίο με τον τίτλο Κανών, στο οποίο εξηγούσε τις αρχές της τέχνης του και ασχολούνταν συστηματικά με το πρόβλημα των σωστών αναλογιών του ανθρώπινου σώματος και των μελών του. Το σύγγραμμα του Πολυκλείτου δε σώθηκε, γνωρίζουμε όμως από αντίγραφα των ρωμαϊκών χρόνων ένα έργο του, στο οποίο είχε εφαρμόσει με ακρίβεια το σύστημα των αναλογιών που περιέγραφε. Το έργο αυτό είναι ένα άγαλμα γυμνού αγένειου νέου άνδρα, που κρατούσε πιθανότατα στο αριστερό του χέρι ένα δόρυ και γι᾽ αυτό ονομάζεται Δορυφόρος.

Ο Δορυφόρος
Το καλύτερα σωζόμενο αντίγραφο προέρχεται από το θέατρο της Πομπηίας και βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Νεάπολης. Είναι πολύ πιθανό ότι το πρωτότυπο άγαλμα, που ήταν οπωσδήποτε χάλκινο, εικόνιζε έναν νεαρό ήρωα της μυθολογίας (π.χ. τον Αχιλλέα ή τον Θησέα), τον οποίο δεν μπορούμε να ταυτίσουμε με ασφάλεια. Το άγαλμα είναι αξιοσημείωτο για το στήσιμό του. Το άνετο σκέλος είναι έντονα λυγισμένο στο γόνατο και η κνήμη πηγαίνει προς τα πίσω και πλάγια, ενώ το πόδι πατάει στο έδαφος μόνο με τις άκρες των δαχτύλων. Η στάση αυτή κάνει τη λεκάνη να κλίνει προς την πλευρά του άνετου σκέλους, ενώ οι ώμοι έχουν αντίθετη κλίση. Με τον τρόπο αυτό το άγαλμα έχει ισορροπημένη δομή, αλλά δείχνει ταυτόχρονο κινημένο. Μπορεί δηλαδή ο θεατής, ανάλογα με την οπτική γωνία από την οποία βλέπει το έργο, να θεωρήσει ότι ο νέος στέκεται χαλαρά η περπατάει αργά.
Ο Δορυφόρος του Πολυκλείτου χρονολογείται γύρω στο 450 π.Χ και είχε αμέσως σημαντική επιρροή στην τέχνη. Ήδη στη ζωφόρο του Παρθενώνα συναντούμε κάποιες μορφές που απηχούν σαφώς τις αναλογίες και το στήσιμο του Δορυφόρου, δηλαδή τον πολυκλείτειο κανόνα.



Ένα άλλο άγαλμα με όμοια τεχνοτροπία και αναλογίες, που αποδίδεται και αυτό στον Πολύκλειτο, είναι ο Διαδούμενος. Και αυτό το έργο ήταν χάλκινο, μας είναι όμως γνωστό από μαρμάρινα αντίγραφα, το καλύτερο από τα οποία βρέθηκε στη Δήλο και φυλάσσεται σήμερα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.

Ο Διαδούμενος
O Πολύκλειτος διάλεξε να παρουσιάσει με το άγαλμα αυτό, τη στιγμή που ο αθλητής δένει στο κεφάλι του την κορδέλα, επάνω στην οποία οι δικαστές θα τοποθετήσουν το στεφάνι της νίκης. Μπορεί κανείς να δει την αρμονική συμμετρία, όπως και στον Δορυφόρο. Το βάρος του σώματος στηρίζεται κυρίως στο ένα πόδι, δημιουργώντας έτσι αρμονική αντίθεση με ένταση και χαλάρωση των μελών του σώματος, όλα συνδυασμένα τέλεια για να παρουσιάσουν την κατάλληλη ισορροπία.

Σύμφωνα με τη μαρτυρία του περιηγητή Παυσανία, έργο του Πολυκλείτου ήταν επίσης το χρυσελεφάντινο άγαλμα της Ήρας στον ναό της στο Ηραίον, το μεγάλο ιερό της θεάς κοντά στο Άργος. Ο παλαιός ναός της Ήρας καταστράφηκε από πυρκαγιά το 423 π.Χ. και το άγαλμα του Πολυκλείτου έγινε για τον καινούργιο ναό, που κατασκευάστηκε στην τελευταία εικοσαετία του 5ου αιώνα π.Χ. Μια δυσκολία που δημιουργεί αυτή η πληροφορία είναι η σκέψη ότι ο Πολύκλειτος, στα μέσα του 5ου αιώνα, πρέπει να ήταν πολύ ηλικιωμένος (αν ζούσε ακόμη) όταν χτιζόταν ο νέος ναός της Ήρας για να αναλάβει και να ολοκληρώσει ένα τέτοιο έργο. Γι᾽ αυτό ορισμένοι αρχαιολόγοι υπέθεσαν ότι το άγαλμα της Ήρας το κατασκεύασε ένας γιος του Πολυκλείτου που είχε το ίδιο όνομα με τον πατέρα του. Δεν αποκλείεται, ωστόσο, ο γλύπτης να επέβλεψε τη δημιουργία αυτού του τόσο σπουδαίου για την πατρίδα του αγάλματος σε μεγάλη ηλικία. Για το χρυσελεφάντινο άγαλμα της Ήρας ο περιηγητής Παυσανίας μας λέει ότι ήταν καθιστό σε θρόνο, φορούσε στεφάνι με απεικονίσεις των Ωρών (προσωποποιήσεων των εποχών του έτους) και κρατούσε στο ένα χέρι ρόδι και στο άλλο σκήπτρο.

το άγαλμα της Ήρας σε αναπαράσταση

Τρίτη, 8 Δεκεμβρίου 2015

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΣ – ΕΞΩΦΥΛΛΑ ΔΙΣΚΩΝ

Ο Γιώργος Σταθόπουλος, ανήκει στη γενιά των σύγχρονων ζωγράφων, γεννήθηκε το 1944 στην Καλλιθέα Τριχωνίδας. Σπούδασε ζωγραφική και γλυπτική από το 1966 έως το 1971. Το έργο του κινείται στην περιοχή της ελληνικότητας και συνδυάζει υπερρεαλιστικά και εξπρεσιονιστικά στοιχεία σε μια απλοϊκή γραφή. Εργάστηκε κυρίως σε μαλακά υλικά, όπως το ξύλο και ο πωρόλιθος, δημιουργώντας συνθέσεις με αφαιρετικές τάσεις. Επιδίδεται στο σχέδιο, την υδατογραφία, την ελαιογραφία, την κρητιδογραφία και στη χρήση ακρυλικών χρωμάτων. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα μέχρι σήμερα. Ασχολήθηκε επίσης με τη σκηνογραφία και την εικονογράφηση. Έχει εικονογραφήσει και σειρά βιβλίων, εξώφυλλων φωνογραφικών δίσκων και αφισών. Μάλιστα όταν ο δίσκος αποτελούσε ένα ολοκληρωμένο καλλιτεχνικό γεγονός και στα εξώφυλλα των δίσκων δε φιγουράριζε η φωτογραφία του τραγουδιστή, αλλά ένας ζωγραφικός πίνακας που αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της αισθητικής και του καλλιτεχνικού αποτελέσματος ολόκληρου του δίσκου, ο Γιώργος Σταθόπουλος ήταν ο ζωγράφος που το έργο του συνδέθηκε άρρηκτα με μεγάλους κύκλους τραγουδιών, σε σημείο που να συμπληρώνει με την εικόνα του τη μουσική.


Γιατί τα έργα του Σταθόπουλου περικλείουν μουσική. Γιατί, δεν μπορεί να φανταστεί κανείς την «Αθανασία» ή τη "Ρωμαϊκή Αγορά" του Μάνου Χατζιδάκι δίχως τα ζωγραφικά έργα του Γιώργου Σταθόπουλου. Δίσκοι του Μίκη Θεοδωράκη, του Νίκου Μαμαγκάκη, του Μιχάλη Γρηγορίου, του Σταύρου Ξαρχάκου, φυσικά του Μάνου Χατζιδάκι και πολλών άλλων, έχουν για μετόπη τα φωτεινά και γεμάτα χρώματα έργα του Σταθόπουλου.









Ας ακούσουμε και ένα τραγούδι μέσα από τον δίσκο "Αθανασία" που αναφέρεται και στο βιβλίο Ιστορίας Ε΄ Δημοτικού.



 
ΤΣΑΜΙΚΟΣ

Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Πρώτη Εκτέλεση : Μανόλης Μητσιάς
  
Στα κακοτράχαλα τα βουνά
με το σουράβλι και το ζουρνά
πάνω στην πέτρα την αγιασμένη
χορεύουν τώρα τρεις αντρειωμένοι.
Ο Νικηφόρος κι ο Διγενής
κι ο γιος της Άννας της Κομνηνής.

Δική τους είναι μια φλούδα γης
μα εσύ Χριστέ μου τους ευλογείς
για να γλιτώσουν αυτή τη φλούδα
απ’ το τσακάλι και την αρκούδα.
Δες πώς χορεύει ο Νικηταράς
κι αηδόνι γίνεται ο ταμπουράς.

Από την Ήπειρο στο Μοριά
κι απ’ το σκοτάδι στη λευτεριά
το πανηγύρι κρατάει χρόνια
στα μαρμαρένια του χάρου αλώνια.
Κριτής κι αφέντης είν’ ο Θεός
και δραγουμάνος του ο λαός.

Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2015

ΑΛΕΚΟΣ ΦΑΣΙΑΝΟΣ - ΠΟΔΗΛΑΤΕΣ


Ο Αλέκος Φασιανός γεννήθηκε στην Αθήνα το 1935. Μελέτησε την αρχαία ελληνική αγγειογραφία και τη Βυζαντινή εικονογραφία. Ασχολήθηκε επίσης με τη χαρακτική, τον σχεδιασμό αφισών, καθώς και τη σκηνογραφία, συνεργαζόμενος κυρίως με το Εθνικό Θέατρο Αθηνών. Ανέλαβε την εικονογράφηση αρκετών βιβλίων, στην Ελλάδα και το εξωτερικό, γνωστών ποιητών και συγγραφέων. Έχει επίσης εκδώσει και δικά του κείμενα, πεζά και ποιητικά.
Το χαρακτηριστικό ύφος του Φασιανού διαμορφώνεται στις αρχές της δεκαετίας του '60. Τρία βασικά θέματα έμειναν αναλλοίωτα στη διάρκεια της πορείας του: άνθρωπος, φύση, περιβάλλον. Η σπουδή του ελληνικού πολιτισμού και η ενασχόληση με τις γραφικές τέχνες και τη χαρακτική επηρέασαν και το ζωγραφικό του έργο. Στις πρώτες συνθέσεις του κυριαρχεί η μορφή του αξιωματικού, με τα φουσκωτά, κόκκινα μάγουλα, τα φανταχτερά σιρίτια στη στολή και το γελοιογραφικά υποβλητικό ύφος. Σταδιακά οι μορφές κινούνται και αποκτούν δική τους ζωή. Γίνονται ζεύγη, που γεμίζουν τον χώρο, μόλις αγγίζοντας η μία την άλλη, μένοντας ωστόσο ενωμένες σχεδιαστικά σε μία μάζα.
Μέσα στην πολύχρονη ζωγραφική περιπέτεια του Αλέκου Φασιανού, ''οι ποδηλάτες'' (μπλε , κόκκινοι ή λευκοί), θεωρούνται σήμα κατατεθέν για το έργο του ζωγράφου. Ένα εμβληματικό στοιχείο στη ζωγραφική του, όπου αναδύεται μέσα από τους μύθους της παιδικής του μνήμης και που από το 1966 συνοδεύει μόνιμα το έργο του. Μάλιστα πολλοί από αυτούς τους πίνακες είναι ζωγραφισμένοι πρωτοχρονιές!

Ο ζωγράφος χρησιμοποιούσε το ποδήλατο ως μέσο μετακίνησης, φέρνοντάς το μάλιστα από το Παρίσι κατά τα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια. Η αφιλόξενη όμως ελληνική πρωτεύουσα άρχισε να γίνεται σταδιακά επικίνδυνη για τους ποδηλάτες και σύντομα ο ζωγράφος αναγκάζεται να το εγκαταλείψει. Έτσι έμειναν μόνο οι ζωγραφισμένοι ποδηλάτες με τις λυτές κόμες στον αέρα να μας παρασύρουν στη μαγεία των χρωμάτων.
 
Ο φέρων το ποδήλατό του (ακρυλικά) 1-1-88
Μπλε ποδηλάτης (ακρυλικά σε χαρτί επικολλημένο σε καμβά)
Ποδηλάτης (ακρυλικά) 1-1-75
Ποδηλάτης (ελαιογραφία) 1-1-77
Άσπρος ποδηλάτης (ελαιογραφία) 1-1-74
Αρχαίος ποδηλάτης (ακρυλικά) 1-1-68