Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου 2015

ΘΕΟΦΙΛΟΣ - ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ ΚΑΙ ΑΡΕΤΟΥΣΑ

Ο Ερωτόκριτος και η Αρετούσα, 1933, φυσικά χρώματα σε καμβά

Το εξαίρετο έργο της τελευταίας περιόδου του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου «Ερωτόκριτος και Αρετούσα» έχει ως θέμα τους δύο ήρωες του αφηγηματικού ποιήματος του Βιτσέντζου Κορνάρου τον 16ο αιώνα, στο οποίο ο λογοτέχνης εξιστορεί την περιπέτεια του Ερωτόκριτου, που είχε ερωτευτεί την Αρετούσα, κόρη του βασιλιά της Αθήνας.

Στον πίνακα του Θεόφιλου παρουσιάζεται μια κρυφή συνάντηση των δύο ερωτευμένων. Η Αρετούσα ανταποκρίνεται στον έρωτα του Ερωτόκριτου, ο οποίος έχει ανεβεί με σχοινένια σκάλα στο μπαλκόνι της. 
Τα δύο πρόσωπα είναι σχεδιασμένα ισότιμα στο κέντρο του πίνακα, σε διάταξη μετωπική απέναντι στον θεατή, το ένα δίπλα στο άλλο, και υπερμεγέθη σε σχέση με τα αντικείμενα του περιβάλλοντός τους (π.χ. το μπαλκόνι), για να αναδειχτεί η σημασία τους. Παρόλο που ο Θεόφιλος αποφεύγει τις επικαλύψεις των κύριων θεμάτων του, εδώ ο Ερωτόκριτος επικαλύπτει αρκετά το σώμα της Αρετούσας, για να εντείνει το σμίξιμό τους. Ο περιβάλλων χώρος αποδίδει την ελληνικότητα του τοπίου και συνδέει την Αρχαιότητα (κορινθιακά κιονόκρανα) με το Βυζάντιο και τη Φραγκοκρατία στα κλασικά κτίρια. Ο κήπος με τα ελληνικά φυτά, τις διακοσμητικές γλάστρες και το παγώνι γεμίζει κάθε κενό γύρω από το ζευγάρι.
Στο σχέδιο του καλλιτέχνη είναι εμφανής η έλλειψη δεξιοτεχνίας. Εντούτοις, ο ποιητικός ρυθμός, η χάρη της πινελιάς, η εσωτερική ζωντάνια, το ανθρώπινο στοιχείο και το φωτεινό καθαρό χρώμα μαρτυρούν έναν ζωγράφο «γεννημένο από το ελληνικό τοπίο και τα έθιμά του». Ο χώρος είναι φαινομενικά δισδιάστατος και η απόδοση του βάθους είναι συμβολική, κατά τα βυζαντινά πρότυπα. Έχουμε έντονα περιγράμματα και φωτοσκιάσεις με γρήγορες πινελιές. Σε όλο το έργο κυριαρχεί μια χρωματική αντίθεση ανάμεσα στο γαλάζιο και την κόκκινη ώχρα. Γαλάζια - μπλε είναι τα ρούχα του Ερωτόκριτου, που συνδυάζοναι αρμονικά με το γαλάζιο στους κίονες και στον ουρανό. Αντίθετα, στο φόρεμα της Αρετούσας κυριαρχούν οι ώχρες, που συνδυάζονται αρμονικά με το φόντο στο άνοιγμα της κουρτίνας και στο μπαλκόνι, αλλά και με τις υπόλοιπες διάχυτες κόκκινες ώχρες σε όλο τον διάκοσμο.
Συνήθως τα έργα του Θεόφιλου είναι σχεδιασμένα από ψηλά και μάλλον λοξά, ενώ εδώ ο θεατής βρίσκεται μπροστά ακριβώς στο θέμα του. Υπάρχει επιμονή στην απόδοση της φορεσιάς, για να δειχτεί η καταγωγή και να μη μείνει αμφιβολία για τον ήρωα που παρουσιάζεται. Άλλωστε γι’ αυτόν τον σκοπό έχει προστεθεί και το κείμενο στο επάνω μέρος του πίνακα: «Διά σχηναίαν σκάλα αναβιβαζόμενος ο Ερωτόκριτος χαιρετών την Αρετούσαν».

Οι πιο γνωστοί στίχοι του Ερωτόκριτου

Αραγε υπάρχει άντρας ή γυναίκα στην Κρήτη που να μην έχει σιγοτραγουδήσει έστω και μια φορά τους στίχους αυτούς:

Τ’ άκουσες Αρετούσα μου, τα θλιβερά μαντάτα;
ο Κύρης σου μ’ εξόρισε σ’ τση ξενιτιάς τη στράτα.

Τέσσερεις μέρες μοναχά μου ’δωσε κι ανιμένω,
ύστερα να ξενιτευτώ, πολύ μακριά να πηαίνω.

Και πώς να σ’ αποχωριστώ και πώς να σου μακρύνω
και πώς να ζήσω δίχως σου τον ξορισμόν εκείνο;


Οι παραπάνω στίχοι είναι αυτοί που τραγουδούν στο παρακάτω βίντεο ο Βασίλης Παπακωσταντίνου και η Γεωργία Νταγάκη.

video

...Κατέχω το κι ο κύρης σου γλήγορα σε παντεύει
Ρηγόπουλο, Αφεντόπουλο, σαν είσαι συ γυρεύει

και δεν μπορείς ν’ αντθισταθής στα θέλουν οί γονείς σου
νικούν τηνε τη γνώμη σου κι αλλάσει η όρεξή σου.

Μια χάρη Αφέντρα σου ζητώ κι εκείνη θέλω μόνο
καί μετά κείνη ολόχαρος τη ζήση μου τελειώνω

την ώρα π’ αρραβωνιστής να βαραναστενάξης
κι’ όντε σα νύφη στολιστής σαν παντρεμένη αλλάξης

ν’ αναδακρυώσης καί να πής, Ρωτόκριτε καημένε
τα σού τασσα λησμόνησα, τα θέλες μπλιό δέ έναι
.......................................................................................

Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2015

Ν. ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ - ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΑΙ ΜΟΥΣΑ

 
Ποιητής και Μούσα 1938, ελαιογραφία σε μουσαμά
Η μούσα παρουσιάζεται με αρχαία ελληνική ενδυμασία. Αντί για κεφάλι έχει έναν πάπυρο σε ειλητάριο (χειρόγραφη επιμήκης μεμβράνη) και παραδίδει ένα βιολί στον ποιητή. Ο ποιητής καθιστός, με σώμα και κεφάλι κούκλας (θυμίζοντας τον Ντε Κίρικο) και με αόρατα μπράτσα, παραλαμβάνει το θείο δώρο της μούσας. Τα περισσότερα σύμβολα του έργου είναι ευδιάκριτα και ίσως εύκολα αναγνώσιμα. Το ταυ και το τρίγωνο στον τοίχο είναι η λογική και η γεωμετρία του λόγου και της ποίησης. Τα ψάρια στα πόδια των μορφών είναι ίσως η ποίηση σε αντιπαράθεση με τα υπόλοιπα αντικείμενα, τους γεωμετρικούς όγκους που βρίσκονται στο πάτωμα (κώνους, σφαίρα κτλ.). Το μη λογικό, το παράδοξο, το ανορθόδοξο, το μη εξηγήσιμο είναι βέβαια ο κανόνας στον σουρεαλισμό και είναι ο κανόνας και σ’ αυτό το έργο.
Ο κόκκινος κύβος αριστερά κρύβει έναν εξωτερικό χώρο μέσα του. Ο πίνακας στον τοίχο πίσω είναι πιθανόν ένα παράθυρο, που ενώνεται μορφικά με τον τοίχο - άνοιγμα δεξιά. Τα σύννεφα είναι ίδια. Ποιος είναι ο πίνακας; Ποια είναι η φύση; Γιατί ο ποιητής δεν έχει μπράτσα; Γιατί δεν έχει πρόσωπο; Ίσως η ίδια η ποίηση θα τον μετατρέψει από κούκλα σε πραγματικό άνθρωπο.
Ο χώρος είναι ένα θεατρικό σκηνικό, στο οποίο απεικονίζονται οι δύο κύριες μορφές σε μια αρχαιοελληνική ιδέα. Η μούσα δίνει στον άντρα την έμπνευση και την ικανότητα, τον μεταμορφώνει σε ποιητή.
Υπάρχουν δύο ακόμη μορφές έξω στην παραλία: ο άντρας με μαγιό εποχής και η γυναίκα με ρούχα παριζιάνικης μόδας των αρχών του περασμένου αιώνα. Αυτές οι δύο μορφές έρχονται σε αντίθεση με το ζευγάρι «Ποιητής και μούσα».
Αξίζει να παρατηρήσουμε και το νεοκλασικό κτίριο που υπάρχει στον πίνακα. Ο σεβασμός στην παράδοση και η επιστροφή στις ρίζες, είτε αυτό αφορά την αρχαιότητα είτε την πρόσφατη ιστορία, όπως πρεσβεύει και ο δάσκαλός του Φώτης Κόντογλου, διαφαίνονται και σ’ αυτό το έργο του Εγγονόπουλου, το οποίο συνδέεται όμως και με την ευρωπαϊκή πρωτοπορία του σουρεαλισμού.

Πέμπτη, 17 Δεκεμβρίου 2015

ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ - ΟΙ ΜΟΥΣΙΚΟΙ



Ο πίνακας παρουσιάζει 3 άντρες, οι οποίοι δεν έχουν χαρακτηριστικά στο πρόσωπο. Τα όργανα που παίζουν δεν είναι φανερά. Το ένα μοιάζει με κλαρίνο, το άλλο με κιθάρα και το τρίτο με φλάουτο. Οι 3 άνθρωποι φοράνε μόνο παντελόνι και ο καθένας με διαφορετικό χρώμα. Ο ένας μαύρο, ο άλλος  κίτρινο και ο τρίτος κόκκινο. Η μέση τους είναι πολύ λεπτή και τα άκρα τους φαρδιά.
 Όταν κοιτάζω αυτή την εικόνα νιώθω να χάνομαι ανέμελα μέσα στον κόσμο της μουσικής. 

Την ανάρτηση έκανε ο μαθητής του Ε2 Τουφεξής Γιάννης

Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2015

ΠΟΛΥΚΛΕΙΤΟΣ - ΔΙΑΔΟΥΜΕΝΟΣ - ΔΟΡΥΦΟΡΟΣ - ΑΓΑΛΜΑ ΗΡΑΣ


Λίγο νεότερος από τον Αθηναίο Φειδία ήταν ο δεύτερος κορυφαίος γλύπτης του 5ου αιώνα π.Χ., ο Πολύκλειτος που καταγόταν από το Άργος. Πολύ λίγα μας είναι γνωστά για τη ζωή και τη σταδιοδρομία του μεγάλου αυτού καλλιτέχνη, διαθέτουμε όμως μαρτυρίες για τα σημαντικότερα έργα του, μερικά από τα οποία τα γνωρίζουμε και από αντίγραφα των ρωμαϊκών χρόνων.
Ο Πολύκλειτος είχε γράψει ένα βιβλίο με τον τίτλο Κανών, στο οποίο εξηγούσε τις αρχές της τέχνης του και ασχολούνταν συστηματικά με το πρόβλημα των σωστών αναλογιών του ανθρώπινου σώματος και των μελών του. Το σύγγραμμα του Πολυκλείτου δε σώθηκε, γνωρίζουμε όμως από αντίγραφα των ρωμαϊκών χρόνων ένα έργο του, στο οποίο είχε εφαρμόσει με ακρίβεια το σύστημα των αναλογιών που περιέγραφε. Το έργο αυτό είναι ένα άγαλμα γυμνού αγένειου νέου άνδρα, που κρατούσε πιθανότατα στο αριστερό του χέρι ένα δόρυ και γι᾽ αυτό ονομάζεται Δορυφόρος.

Ο Δορυφόρος
Το καλύτερα σωζόμενο αντίγραφο προέρχεται από το θέατρο της Πομπηίας και βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Νεάπολης. Είναι πολύ πιθανό ότι το πρωτότυπο άγαλμα, που ήταν οπωσδήποτε χάλκινο, εικόνιζε έναν νεαρό ήρωα της μυθολογίας (π.χ. τον Αχιλλέα ή τον Θησέα), τον οποίο δεν μπορούμε να ταυτίσουμε με ασφάλεια. Το άγαλμα είναι αξιοσημείωτο για το στήσιμό του. Το άνετο σκέλος είναι έντονα λυγισμένο στο γόνατο και η κνήμη πηγαίνει προς τα πίσω και πλάγια, ενώ το πόδι πατάει στο έδαφος μόνο με τις άκρες των δαχτύλων. Η στάση αυτή κάνει τη λεκάνη να κλίνει προς την πλευρά του άνετου σκέλους, ενώ οι ώμοι έχουν αντίθετη κλίση. Με τον τρόπο αυτό το άγαλμα έχει ισορροπημένη δομή, αλλά δείχνει ταυτόχρονο κινημένο. Μπορεί δηλαδή ο θεατής, ανάλογα με την οπτική γωνία από την οποία βλέπει το έργο, να θεωρήσει ότι ο νέος στέκεται χαλαρά η περπατάει αργά.
Ο Δορυφόρος του Πολυκλείτου χρονολογείται γύρω στο 450 π.Χ και είχε αμέσως σημαντική επιρροή στην τέχνη. Ήδη στη ζωφόρο του Παρθενώνα συναντούμε κάποιες μορφές που απηχούν σαφώς τις αναλογίες και το στήσιμο του Δορυφόρου, δηλαδή τον πολυκλείτειο κανόνα.



Ένα άλλο άγαλμα με όμοια τεχνοτροπία και αναλογίες, που αποδίδεται και αυτό στον Πολύκλειτο, είναι ο Διαδούμενος. Και αυτό το έργο ήταν χάλκινο, μας είναι όμως γνωστό από μαρμάρινα αντίγραφα, το καλύτερο από τα οποία βρέθηκε στη Δήλο και φυλάσσεται σήμερα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.

Ο Διαδούμενος
O Πολύκλειτος διάλεξε να παρουσιάσει με το άγαλμα αυτό, τη στιγμή που ο αθλητής δένει στο κεφάλι του την κορδέλα, επάνω στην οποία οι δικαστές θα τοποθετήσουν το στεφάνι της νίκης. Μπορεί κανείς να δει την αρμονική συμμετρία, όπως και στον Δορυφόρο. Το βάρος του σώματος στηρίζεται κυρίως στο ένα πόδι, δημιουργώντας έτσι αρμονική αντίθεση με ένταση και χαλάρωση των μελών του σώματος, όλα συνδυασμένα τέλεια για να παρουσιάσουν την κατάλληλη ισορροπία.

Σύμφωνα με τη μαρτυρία του περιηγητή Παυσανία, έργο του Πολυκλείτου ήταν επίσης το χρυσελεφάντινο άγαλμα της Ήρας στον ναό της στο Ηραίον, το μεγάλο ιερό της θεάς κοντά στο Άργος. Ο παλαιός ναός της Ήρας καταστράφηκε από πυρκαγιά το 423 π.Χ. και το άγαλμα του Πολυκλείτου έγινε για τον καινούργιο ναό, που κατασκευάστηκε στην τελευταία εικοσαετία του 5ου αιώνα π.Χ. Μια δυσκολία που δημιουργεί αυτή η πληροφορία είναι η σκέψη ότι ο Πολύκλειτος, στα μέσα του 5ου αιώνα, πρέπει να ήταν πολύ ηλικιωμένος (αν ζούσε ακόμη) όταν χτιζόταν ο νέος ναός της Ήρας για να αναλάβει και να ολοκληρώσει ένα τέτοιο έργο. Γι᾽ αυτό ορισμένοι αρχαιολόγοι υπέθεσαν ότι το άγαλμα της Ήρας το κατασκεύασε ένας γιος του Πολυκλείτου που είχε το ίδιο όνομα με τον πατέρα του. Δεν αποκλείεται, ωστόσο, ο γλύπτης να επέβλεψε τη δημιουργία αυτού του τόσο σπουδαίου για την πατρίδα του αγάλματος σε μεγάλη ηλικία. Για το χρυσελεφάντινο άγαλμα της Ήρας ο περιηγητής Παυσανίας μας λέει ότι ήταν καθιστό σε θρόνο, φορούσε στεφάνι με απεικονίσεις των Ωρών (προσωποποιήσεων των εποχών του έτους) και κρατούσε στο ένα χέρι ρόδι και στο άλλο σκήπτρο.

το άγαλμα της Ήρας σε αναπαράσταση

Τρίτη, 8 Δεκεμβρίου 2015

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΣ – ΕΞΩΦΥΛΛΑ ΔΙΣΚΩΝ

Ο Γιώργος Σταθόπουλος, ανήκει στη γενιά των σύγχρονων ζωγράφων, γεννήθηκε το 1944 στην Καλλιθέα Τριχωνίδας. Σπούδασε ζωγραφική και γλυπτική από το 1966 έως το 1971. Το έργο του κινείται στην περιοχή της ελληνικότητας και συνδυάζει υπερρεαλιστικά και εξπρεσιονιστικά στοιχεία σε μια απλοϊκή γραφή. Εργάστηκε κυρίως σε μαλακά υλικά, όπως το ξύλο και ο πωρόλιθος, δημιουργώντας συνθέσεις με αφαιρετικές τάσεις. Επιδίδεται στο σχέδιο, την υδατογραφία, την ελαιογραφία, την κρητιδογραφία και στη χρήση ακρυλικών χρωμάτων. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα μέχρι σήμερα. Ασχολήθηκε επίσης με τη σκηνογραφία και την εικονογράφηση. Έχει εικονογραφήσει και σειρά βιβλίων, εξώφυλλων φωνογραφικών δίσκων και αφισών. Μάλιστα όταν ο δίσκος αποτελούσε ένα ολοκληρωμένο καλλιτεχνικό γεγονός και στα εξώφυλλα των δίσκων δε φιγουράριζε η φωτογραφία του τραγουδιστή, αλλά ένας ζωγραφικός πίνακας που αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της αισθητικής και του καλλιτεχνικού αποτελέσματος ολόκληρου του δίσκου, ο Γιώργος Σταθόπουλος ήταν ο ζωγράφος που το έργο του συνδέθηκε άρρηκτα με μεγάλους κύκλους τραγουδιών, σε σημείο που να συμπληρώνει με την εικόνα του τη μουσική.


Γιατί τα έργα του Σταθόπουλου περικλείουν μουσική. Γιατί, δεν μπορεί να φανταστεί κανείς την «Αθανασία» ή τη "Ρωμαϊκή Αγορά" του Μάνου Χατζιδάκι δίχως τα ζωγραφικά έργα του Γιώργου Σταθόπουλου. Δίσκοι του Μίκη Θεοδωράκη, του Νίκου Μαμαγκάκη, του Μιχάλη Γρηγορίου, του Σταύρου Ξαρχάκου, φυσικά του Μάνου Χατζιδάκι και πολλών άλλων, έχουν για μετόπη τα φωτεινά και γεμάτα χρώματα έργα του Σταθόπουλου.









Ας ακούσουμε και ένα τραγούδι μέσα από τον δίσκο "Αθανασία" που αναφέρεται και στο βιβλίο Ιστορίας Ε΄ Δημοτικού.

video


 
ΤΣΑΜΙΚΟΣ

Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Πρώτη Εκτέλεση : Μανόλης Μητσιάς
  
Στα κακοτράχαλα τα βουνά
με το σουράβλι και το ζουρνά
πάνω στην πέτρα την αγιασμένη
χορεύουν τώρα τρεις αντρειωμένοι.
Ο Νικηφόρος κι ο Διγενής
κι ο γιος της Άννας της Κομνηνής.

Δική τους είναι μια φλούδα γης
μα εσύ Χριστέ μου τους ευλογείς
για να γλιτώσουν αυτή τη φλούδα
απ’ το τσακάλι και την αρκούδα.
Δες πώς χορεύει ο Νικηταράς
κι αηδόνι γίνεται ο ταμπουράς.

Από την Ήπειρο στο Μοριά
κι απ’ το σκοτάδι στη λευτεριά
το πανηγύρι κρατάει χρόνια
στα μαρμαρένια του χάρου αλώνια.
Κριτής κι αφέντης είν’ ο Θεός
και δραγουμάνος του ο λαός.

Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2015

ΑΛΕΚΟΣ ΦΑΣΙΑΝΟΣ - ΠΟΔΗΛΑΤΕΣ


Ο Αλέκος Φασιανός γεννήθηκε στην Αθήνα το 1935. Μελέτησε την αρχαία ελληνική αγγειογραφία και τη Βυζαντινή εικονογραφία. Ασχολήθηκε επίσης με τη χαρακτική, τον σχεδιασμό αφισών, καθώς και τη σκηνογραφία, συνεργαζόμενος κυρίως με το Εθνικό Θέατρο Αθηνών. Ανέλαβε την εικονογράφηση αρκετών βιβλίων, στην Ελλάδα και το εξωτερικό, γνωστών ποιητών και συγγραφέων. Έχει επίσης εκδώσει και δικά του κείμενα, πεζά και ποιητικά.
Το χαρακτηριστικό ύφος του Φασιανού διαμορφώνεται στις αρχές της δεκαετίας του '60. Τρία βασικά θέματα έμειναν αναλλοίωτα στη διάρκεια της πορείας του: άνθρωπος, φύση, περιβάλλον. Η σπουδή του ελληνικού πολιτισμού και η ενασχόληση με τις γραφικές τέχνες και τη χαρακτική επηρέασαν και το ζωγραφικό του έργο. Στις πρώτες συνθέσεις του κυριαρχεί η μορφή του αξιωματικού, με τα φουσκωτά, κόκκινα μάγουλα, τα φανταχτερά σιρίτια στη στολή και το γελοιογραφικά υποβλητικό ύφος. Σταδιακά οι μορφές κινούνται και αποκτούν δική τους ζωή. Γίνονται ζεύγη, που γεμίζουν τον χώρο, μόλις αγγίζοντας η μία την άλλη, μένοντας ωστόσο ενωμένες σχεδιαστικά σε μία μάζα.
Μέσα στην πολύχρονη ζωγραφική περιπέτεια του Αλέκου Φασιανού, ''οι ποδηλάτες'' (μπλε , κόκκινοι ή λευκοί), θεωρούνται σήμα κατατεθέν για το έργο του ζωγράφου. Ένα εμβληματικό στοιχείο στη ζωγραφική του, όπου αναδύεται μέσα από τους μύθους της παιδικής του μνήμης και που από το 1966 συνοδεύει μόνιμα το έργο του. Μάλιστα πολλοί από αυτούς τους πίνακες είναι ζωγραφισμένοι πρωτοχρονιές!

Ο ζωγράφος χρησιμοποιούσε το ποδήλατο ως μέσο μετακίνησης, φέρνοντάς το μάλιστα από το Παρίσι κατά τα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια. Η αφιλόξενη όμως ελληνική πρωτεύουσα άρχισε να γίνεται σταδιακά επικίνδυνη για τους ποδηλάτες και σύντομα ο ζωγράφος αναγκάζεται να το εγκαταλείψει. Έτσι έμειναν μόνο οι ζωγραφισμένοι ποδηλάτες με τις λυτές κόμες στον αέρα να μας παρασύρουν στη μαγεία των χρωμάτων.
 
Ο φέρων το ποδήλατό του (ακρυλικά) 1-1-88
Μπλε ποδηλάτης (ακρυλικά σε χαρτί επικολλημένο σε καμβά)
Ποδηλάτης (ακρυλικά) 1-1-75
Ποδηλάτης (ελαιογραφία) 1-1-77
Άσπρος ποδηλάτης (ελαιογραφία) 1-1-74
Αρχαίος ποδηλάτης (ακρυλικά) 1-1-68

Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2015

ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΑΪΤΗΣ - ΧΟΡΕΥΤΙΚΟ


Ο Γιάννης Γαΐτης (1923-1984) ήταν Έλληνας ζωγράφος, χαράκτης και γλύπτης. Είναι γνωστός για τα "Ανθρωπάκια" του, μορφές που δεν έχουν ατομικά χαρακτηριστικά και έχουν πανομοιότυπο ντύσιμο με ριγέ κοστούμι και καπέλο, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τη μαζοποίηση του σύγχρονου ανθρώπου.
 Ήταν το 1967 όταν παρουσίασε για πρώτη φορά αυτά τα "Ανθρωπάκια", το χαρακτηριστικό γνώρισμα του έργου του με το οποίο απασχολήθηκε και τις επόμενες δεκαετίες, κάνοντάς το ένα είδος και μέσο ειρωνείας και κοινωνικής κριτικής. Σταδιακά, από το 1975 οι σχηματοποιημένες μορφές πολλαπλασιάστηκαν και ενοποιήθηκαν με αποτέλεσμα τη δημιουργία ανθρώπινων τοπίων.

Στον πίνακά του «Χορευτικό», ζωγραφισμένος με λάδια σε μουσαμά το 1980, παρουσιάζεται ένα «ανθρωπάκι» του σε στιγμή χορού βαλς με την παρτενέρ του. 


Ο πίνακας είναι εμπνευσμένος από διονυσιακή σκηνή σε αγγείο του 4ου αιώνα π. Χ., που παρουσιάζει χορό προς τιμή του Απόλλωνα Καρνείου.


Λευκανικός ερυθρόμορφος ελικωτός κρατήρας. Ζωγράφος των Καρνείων. Διονυσιακή σκηνή και χορός για τον Απόλλωνα Κάρνειο. Περ. 410-400 π.Χ. Τάραντας, Museo Archeologico Nazionale

Τα Κάρνεια (μεγάλη γιορτή)  γίνονταν στη Σπάρτη, στο Άργος, στη Θήρα, στην Κω, στην Κυρήνη, στις Συρακούσες και αλλού.
 Τα Κάρνεια ήταν προδωρική γιορτή αφιερωμένη στον τοπικό θεό Κάρνειο ή Κάρνο Οικέτα. Είχε ονομαστεί Οικέτας επειδή το κέντρο της λατρείας του ήταν το σπίτι του μάντη Κριού και δε λατρευόταν σε κάποιο ναό. Όταν οι Δωριείς κυρίευσαν τη Σπάρτη με τη βοήθεια του Κάρνειου και του Κριού, ταύτισαν τον Κάρνειο με τον Απόλλωνα. 
Η γιορτή στη Σπάρτη γινόταν προς τιμή του Κάρνειου Aπόλλωνα με την πανσέληνο του Κάρνειου μήνα (τέλος Αυγούστου με αρχές Σεπτεμβρίου) κάθε τέσσερα χρόνια και διαρκούσε εννιά ημέρες.
 Τις ημέρες της γιορτής οι Σπαρτιάτες έστηναν ένα πρόχειρο "στρατόπεδο" με εννιά σκηνές (σκιάδες) που σε κάθε μία δειπνούσαν εννέα άνθρωποι, τρεις από κάθε φατρία (ομάδα συγγενών). Ζούσαν σαν σε στρατόπεδο και τα πάντα εκεί εκτελούνταν υποχρεωτικά με το πρόσταγμα της σάλπιγγας.
Κατά τη διάρκεια των Καρνείων απαγορεύονταν οι εχθροπραξίες και για τον λόγο αυτό οι Σπαρτιάτες δε συμμετείχαν στη Μάχη του Μαραθώνα. Όταν τελείωσαν τα Κάρνεια, έστειλαν στρατεύματα για βοήθεια, αλλά τότε η μάχη είχε τελειώσει.
Κάθε τέταρτο χρόνο από τους άγαμους άνδρες εκλέγονταν πέντε από κάθε φυλή, οι οποίοι ονομάζονταν Καρνεάτες και είχαν την όλη επιμέλεια της γιορτής. Την επιμέλεια των θυσιών είχε ο ιερέας, ο οποίος ονομαζόταν αγητής. Η ημέρα των θυσιών ονομαζόταν Αγητόρια.
Iδιαίτερο χαρακτηριστικό των σπαρτιατικών Καρνείων ήταν ο αγώνας των σταφυλοδρόμων. Στον αγώνα αυτόν ένας από τους Καρνεάτες με μια ταινία στα μαλλιά έτρεχε ευχόμενος αγαθά για την πόλη. Οι υπόλοιποι τον καταδίωκαν κρατώντας μεγάλα τσαμπιά σταφύλια για να δυσκολεύονται στο τρέξιμο. Τη σύλληψη του νέου τη θεωρούσαν καλό οιωνό για την πόλη ενώ αντίθετα τη μη σύλληψή του τη θεωρούσαν κακό οιωνό.
Οι δούλοι συνήθιζαν να θυσιάζουν προς τιμή του Απόλλωνα στη γιορτή των Καρνείων ένα κριάρι, το οποίο έτρεφαν ειδικά γι' αυτόν τον σκοπό.
Στα Κάρνεια γίνονταν και μουσικοί αγώνες, στους οποίους είχε νικήσει και ο Λέσβιος ποιητής Τέρπανδρος.


Στο ίδιο στιλ είναι ζωγραφισμένος και άλλος πίνακας του Γαΐτη με τίτλο "Το Τανγκό" 


Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2015

ΘΕΟΦΙΛΟΣ - Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΜΕΓΑΡΩΝ (ΤΡΑΤΑ)



Ο Θεόφιλος Χατζημιχαήλ, γνωστός απλά ως Θεόφιλος, (Βαρειά Λέσβου, μεταξύ του 1867 και 1870 – 1934) τον ενδιέφεραν τα θρησκευτικά θέματα και τα επεισόδια της αρχαίας και της σύγχρονης ιστορίας, οι αρχαίοι ήρωες και οι αγωνιστές του 1821, μορφές της παράδοσης και, ακόμη, σκηνές της καθημερινής ζωής και προσωπογραφίες. 
Τη δουλειά του Θεόφιλου μπορούμε να τη χωρίσουμε σε τρεις μεγάλες περιόδους, που ξεχωρίζουν αρκετά μεταξύ τους. 
Πρώτη είναι η περίοδος της Θεσσαλίας. όπου θα περάσει περί τα 30 χρόνια της ζωής του, και θα αφήσει πλήθος σημαντικών έργων του. Ζωγραφίζει σε καφενεία, ταβέρνες, χάνια, στο χωριό Μηλιές φιλοτεχνεί την εκκλησία της Αγίας Μαρίνας, αλλά και πολλά σπίτια, ελαιοτριβεία, φούρνους, μύλους κ.α. Στον Βόλο ζωγραφίζει και πλήθος επιγραφών στα προσφυγικά των εκδιωχθέντων από τη Μικρά Ασία. Δυστυχώς, πολλά από τα έργα του έχουν καταστραφεί είτε από σεισμούς και πυρκαγιές, είτε από κατεδαφίσεις και αμέλεια. 
Η εποχή της επανόδου του στη Μυτιλήνη αποτελεί τη δεύτερη περίοδο της ζωγραφικής του. ένα είδος δισταγμού μαζί κι επιμέλειας, που υπάρχει στα έργα του Βόλου, εξαφανίζεται εδώ για να δώσει τη θέση του σε μια χρωματική ευφορία, με πλήθος σπάνιους τόνους, λεπτότατους μα και συγχρόνως γεμάτους ευδαιμονία. Τα έργα αυτά επιζητούν λιγότερο το σχέδιο, μα ίσως στο βάθος να είναι πιο σχεδιασμένα. 
Η τρίτη περίοδός του είναι  ότι τα εντυπωσιακά και πολύτιμα χρώματα αρχίζουν να υποχωρούν κάπως, για να δώσουν τη θέση τους σε χρώματα πιο σωστά, πιο ζωγραφικά.



Στον πίνακά του «Ο χορός των Μεγάρων (Τράτα)», ζωγραφισμένος με καζεΐνη σε καμβά, το 1933, παρουσιάζει έναν παραδοσιακό χορό.


Ο χορός των Μεγάρων (Τράτα), 1933

Την τρίτη μέρα της εαρινής ισημερίας έστηναν τον χορό «Ορμό» οι αρχαίοι Μεγαρείς. Την τρίτη μέρα του Πάσχα οι τωρινοί. Στον προαύλιο χώρο του Αη - Γιάννη του Γαλαίου, του επονομαζόμενου «Χορευταρά», μέχρι σήμερα οι Μεγαρίτισες χορεύουν με τις περίτεχνες τοπικές φορεσιές τους και το απαράμιλλο κάλλος των αργών, υπερήφανων και σεμνών χορευτικών κινήσεων. Ο «Χορός της Τρίτης» λοιπόν έγινε «Χορός της Τράτας», από παραφθορά. Στο κέντρο του πίνακα στρωμένο το πασχαλινό τραπέζι και στο βάθος ο παραδοσιακός οβελίας και τα μουσικά όργανα δίνουν μια γιορτινή διάθεση στον πίνακα. 

Γάλλος διπλωμάτης στα 1878 αναφέρει πως «... Αυτός ο χορός, που τη ρίζα του πρέπει να αναζητήσουμε στην αρχαιότητα, έχει έναν χαρακτήρα χαριτωμένης αγνότητας και συνάμα μελαγχολικής και παρθενικής κομψότητας... Συνειδητοποιήσαμε λοιπόν ότι ο χορός είναι ένα θρησκευτικό σύμβολο ή καλύτερα θα λέγαμε μια λατρευτική τελετή». 
Γερμανός περιηγητής το 1861 αναφέρει τον χορό ως «Κύκλιο των Αρχαίων» ανακαλύπτοντας ομοιότητες με παράσταση που υπήρχε στην ασπίδα του Αχιλλέα. 
αναπαράσταση της ασπίδας του Αχιλλέα από τους Murray και Rylland. Στη μέση διακρίνεται ο χορός.

Πρόκειται πάντα για τον χορό Όρμο, χορό πεπλοφόρων παρθένων που χόρευαν προς τιμήν της θεάς Δήμητρας. Ο Λουκιανός τον περιγράφει ως κυκλικό χορό, του οποίου επικεφαλής ήταν ένας έφηβος που έσερνε τις κοπέλες που χόρευαν με κινήσεις χαριτωμένες και σοβαρές. Ο νεαρός χορευτής όμως επεδίδετο σε επιδέξιες φιγούρες, μιμούμενος πράξεις νεανικές και όσα υπόσχεται να κάνει μετά τον πόλεμο. Κάτι σαν τον πρωτοχορευτή στο τσάμικο. Η παρθένος που ακολουθεί δείχνει στις άλλες να χορεύουν κόσμια. Το σχήμα του χορού (όρμος = περιδέραιο = κύκλος), οι κόσμιες κινήσεις των κοριτσιών και οι επιδεκτικές του μπροστάρη εφήβου μάς οδηγούν στους σημερινούς «παραδοσιακούς» χορούς, όπως συρτό, καλαματιανό κ.ά.



Ο «Χορός της Τράτας» είναι ένας σημερινός χορός, μια γιορτή που έρχεται από παλιά και κατευθύνεται σεμνά και υπερήφανα σαν τις κινήσεις του στο αύριο.

video
Συρτός της τράτας «Το μικρό μου», Μέγαρα (Χοροστάσι 2014)

Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2015

Ν. ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΣ - ΓΚΙΚΑΣ / ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ Ή ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΤΟΠΙΟ

Ο Νίκος Χατζηκυριάκος - Γκίκας, ξεφεύγει από τον ανθρωποκεντρισμό των υπόλοιπων καλλιτεχνών της «Γενιάς του '30», ασπάζεται τον κυβισμό (καλλιτεχνικό ρεύμα της ζωγραφικής και της γλυπτικής που παραπέμπει στην περιοχή της γεωμετρίας) και ζωγραφίζει, μετακυβιστικά στην ουσία, τοπία, εσωτερικά και νεκρές φύσεις με φως και χρώμα ελληνικό. Δέχθηκε ευρωπαϊκές επιρροές ως προς την τεχνοτροπία της ζωγραφικής του, όμως διακρίθηκε για την έντονη ελληνικότητα των θεμάτων του.
Δούλεψε στην Ύδρα διαμορφώνοντας το δικό του «στυλ» συνδυάζοντας μετακυβιστικά στοιχεία με στοιχεία ελληνικής φύσης και φωτός. Είναι ο κύριος εκπρόσωπος της ευρωπαϊκής εκφράσεως της γενιάς του με τον φωτοτροπικό εξελληνισμένο κυβισμό του.

Η ζωγραφική του χαρακτηρίστηκε «εξτρεμιστική» και ο πρίγκιπας Νικόλαος το 1927, είχε δηλώσει σ' έναν δημοσιογράφο, «...Είδα την έκθεσιν Γκίκα (Χατζηκυριάκου). Τι τρομερά πράγματα! Δεν είναι μήτε κυβισμός, μήτε φουτουρισμός, μήτε ιμπρεσιονισμός, μήτε σουρρεαλισμός, δεν ξεύρει κανείς τι είναι. Είναι Χατζηκυριακισμός»

Ειδικά για τον Χατζηκυρικάκο - Γκίκα, αξίζει να μελετηθεί η επίδραση στην τεχνοτροπία του τού ελληνικού φωτός η οποία εμφανώς τον διαφοροποίησε σε σχέση με τους κλασικούς κυβιστές. 
Όσο για το έργο του Πανσέληνος ή Νυχτερινό τοπίο μπορεί να θεωρηθεί ως μία από τις πιο χαρακτηριστικές του προσπάθειες στην εκμετάλλευση των κυβιστικών τύπων. Όλος ο χώρος, δηλαδή το τοπίο, δίνεται με μία τονισμένη ανοδική διάταξη μόνο με γεωμετρικά σχήματα, τετράγωνα, τρίγωνα, παραλληλόγραμμα, γωνίες σε διάφορες θέσεις και κατευθύνσεις, που ουσιαστικά οδηγούν στο μόνο καμπυλόμορφο θέμα, την πανσέληνο. Δοσμένο με συγκρατημένα και αρμονικά χρώματα, το σύνολο συνδυάζει γεωμετρική ασφάλεια και κλασική λιτότητα, χρωματική ευγένεια και ποιητικό χαρακτήρα.

Πανσέληνος ή Νυχτερινό Τοπίο, 1957

Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2015

Ν. ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ - "Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΔΙΗΓΕΙΤΑΙ ΣΤΟΝ ΟΜΗΡΟ"

Ο Εγγονόπουλος ανήκε στο κίνημα του υπερρεαλισμού, είτε με την ποιητική του ιδιότητα είτε σαν ζωγράφος. Εκφραζόταν με αυτόν τον τρόπο μέσα απο το έργο του: υπερρεαλιστικά. Και αυτό γιατί ίσως με αυτόν τον τρόπο δημιουργούσε μια άλλη πραγματικότητα. 
Τα αγαπημένα του χρώματα ήταν τα 3 βασικά: το κόκκινο, το κίτρινο και το μπλε όπως και τα παράγωγά τους. Χρησιμοποιούσε λάδια αλλά και αυγοτέμπερα.
Οι μορφές του εντυπωσιάζουν με το ιδιαίτερο «σμίλευμα» τους. Την πολύ λεπτή μέση και τα μεγάλα άνω και κάτω άκρα που «μιλάνε» με την κίνηση τους ή τη στατικότητα τους. 
Η φιγούρα ανδρείκελο, όπως την ονομάζουν λόγω του ότι δεν εξατομικεύει με χαρακτηριστικά αλλά και δεν αποκαλύπτει συναισθήματα, κάποιες φορές είναι ακέφαλη ή αντί για κεφάλι χρησιμοποιείται ένα συμβολικό αντικείμενο. 
Ο χώρος των συνθέσεων του θυμίζει έντονα θεατρική σκηνή, με αγαπημένο του μοτίβο ένα παράθυρο που ενώνει τον έξω με τον έσω χώρο. Τα κτίρια του στον χώρο έντονα, χωρίζονται από διαφόρων ειδών δάπεδα και τοίχους. Συνδιάζει τη γραμμική προοπτική με την προοπτική της βυζαντινής ζωγραφικής. Η ζωγραφική του είναι ανθρωποκεντρική και έντονα ελληνοκεντρική.
Τα θέματα του τα αντλεί απο τους 3 ένδοξους σταθμούς στο παρελθόν της Ελλάδας:
α) Το Βυζάντιο β) Η ελληνική Επανάσταση του 1821 απο τη σκλαβιά των Τούρκων και γ) Η ελληνική μυθολογία 

Ο Οδυσσέας διηγείται στον Όμηρο, 1957, λάδι σε μουσαμά

  • Σε ποια εποχή μας παραπέμπει ο παραπάνω πίνακας του Εγγονόπουλου;
  • Ποια στοιχεία μας κάνουν να καταλάβουμε τα πρόσωπα που εικονίζονται;
  • Πώς είναι τα χαρακτηριστικά των ανθρώπων; (έχουν τα στοιχεία του ζωγράφου;)
  • Είναι δυνατόν να διακρίνουμε τις εκφράσεις τους;
  • Τι χρώματα χρησιμοποιεί ο ζωγράφος;
  • Υπάρχει κάποιο στοιχείο του πίνακα που δε συμβαδίζει με την εποχή που σκιαγραφεί ο ζωγράφος;
  • Σε ποια πόλη διαδραματίζεται ο πίνακας;
 
Όμηρος

  • Τι γνωρίζετε για τον Όμηρο; πότε έζησε;
  • Ποιο έπος του Ομήρου θα συσχετίζατε με τον πίνακα του Εγγονόπουλου;
  • Ποια κατορθώματα θα διηγόταν ο Οδυσσέας; 
  • Πώς παρουσιάζεται ο Όμηρος στην προτομή και πώς στον πίνακα του Εγγονόπουλου;

ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΑ ΡΕΥΜΑΤΑ ΣΤΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Κάποια από τα καλλιτεχνικά ρεύματα είναι:

Ρομαντισμός: Καλλιτεχνικό ρεύμα που ξεκίνησε στη Γερμανία γύρω στο 1800.  Χαρακτηρίζεται από έργα που έχουν πλούσια χρώματα, αντιθετικά χρώματα και αδρές πινελιές που δεν ακολουθούν πιστά τα περιγράμματα. Αυτή η ελευθερία, σε συνδυασμό με τα γεμάτα κίνηση και ενέργεια θέματα, προκαλούν στον θεατή όμορφα συναισθήματα και του διεγείρουν τη φαντασία. Οι ζωγράφοι αντλούν τα θέματά τους από τη σύγχρονη εποχή και το περιβάλλον με μια ιδιαίτερη αγάπη για τα εξωτικά θέματα και για τους αγώνες των λαών για την ελευθερία. 
Τα έργα του Θεόδωρου Βρυζάκη αποτελούν αντιπροσωπευτικά δείγματα του ελληνικού ρομαντισμού στη ζωγραφική και αποτυπώνουν με νοσταλγικό τρόπο χαρακτηριστικές εικόνες από την ελληνική επανάσταση που μας θυμίζουν τα σχολικά μας βιβλία και τις σχολικές εορτές της 25ης Μαρτίου.

Βρυζάκης, Η έξοδος του Μεσολογγίου 1853
Ρεαλισμός: "Γεννήθηκε" στη Γαλλία γύρω στα 1840. Είναι η ζωγραφική της πραγματικότητας. Ζωγραφίζω αυτό που βλέπω, ότι είναι αληθινό. Τα έργα χαρακτηρίζονται από την έλλειψη καλλωπισμού, καθώς παρουσιάζουν το θέμα όπως πραγματικά είναι χωρίς να το ωραιοποιούν. Επίσης δίνουν θέση πρωταγωνιστή ακόμη και στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, εμφανίζοντας με ειλικρίνεια τη σκληρή καθημερινότητά τους. Όμορφες φωτοσκιάσεις, ζωντανά χρώματα απλωμένα με αδρές πινελιές, πράγματα, ζώα και άνθρωποι ρεαλιστικά αποτυπωμένα. Ο Νικόλαος Γύζης αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του ακαδημαϊκού ρεαλισμού του ύστερου 19ου αιώνα, του συντηρητικού εικαστικού κινήματος που είναι γνωστό ως «Σχολή του Μονάχου», τόσο σε ελληνικό όσο και σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.

Ν. Γύζης, Αρραβωνιάσματα 1875
Ιμπρεσιονισμός: Αναπτύχθηκε γύρω στα 1870, στη Γαλλία και προέρχεται από τη λέξη “Impressionism” που σημαίνει “εντύπωση”. Χαρακτηρίζει την καμπή στη ζωγραφική και την μετάβαση από το αντικειμενικό στο υποκειμενικό. Ο καλλιτέχνης αποτυπώνει υποκειμενικά το θέμα, σύμφωνα με την εντύπωση που του προκαλεί εκείνη τη στιγμή. Κύρια χαρακτηριστικά του ιμπρεσιονισμού είναι τα ζωντανά χρώματα, κυρίως με χρήση των βασικών χρωμάτων, έμφαση στην αναπαράσταση του φωτός, μικρές και συχνά εμφανείς πινελιές, σπάνια χρήση του μαύρου χρώματος και για πρώτη φορά η ζωγραφική σε ανοιχτούς χώρους, γεγονός που ευνοήθηκε από την ανακάλυψη των προ-επεξεργασμένων χρωμάτων.
Ο Περικλής Πανταζής, γνωστός εκτός Ελλάδας ως Périclès Pantazis (Αθήνα, 13 Μαρτίου 1849 – Βρυξέλλες, 25 Ιανουαρίου 1884), ήταν ένας από τους πρώτους Έλληνες ιμπρεσιονιστές ζωγράφους, που καταξιώθηκε κυρίως στο Βέλγιο.
Προέκταση κατά κάποιο τρόπο του Ιμπρεσιονισμού ήταν και ο Μετα - ιμπρεσιονισμός.

Π. Πανταζής, Χιονισμένο Τοπίο

Συμβολισμός: Εμφανίστηκε γύρω στα 1885. Ο όρος προέρχεται από τη λέξη “σύμβολο”. Στα έργα αυτά κυριαρχεί η σύνθεση και η προσπάθεια της έκφρασης ιδεών μέσω σχημάτων. Μέσα από τα μάτια της ψυχής και της φαντασίας ζωγραφίζουν θέματα με συμβατικό χαρακτήρα. 
Ο Κωνσταντίνος Παρθένης, ο Κωνσταντίνος Μαλέας, ο Νικόλαος Λύτρας, γιος του Νικηφόρου Λύτρα και λίγο αργότερα ο Σπύρος Παπαλουκάς είναι κάποιοι από τους εκπροσώπους του συμβολισμού.
 
Λύτρας, Το ψάθινο καπέλο, 1923 - 26

Εξπρεσιονισμός: Καλλιτεχνικό κίνημα που αναπτύχτηκε το 1900. Ο όρος εξπρεσιονισμός προέρχεται από τον λατινικό όρο “expressio” που σημαίνει “έκφραση”. Πρόκειται για μια τέχνη που εκφράζει τις εσωτερικές αναζητήσεις και τις ψυχικές αγωνίες των καλλιτεχνών μέσα από έντονα χρώματα, επιθετικές φόρμες, περίπλοκες συνθέσεις και την παραμόρφωση του ανθρώπινου σώματος και του προσώπου. Υπάρχει πλήρης παρέμβαση του δημιουργού και είναι το ρεύμα που κυριαρχεί σήμερα στη ζωγραφική.
Ο μεγαλύτερος και πιο αυθεντικός Έλληνας εξπρεσιονιστής, Γιώργος Μπουζιάνης παίρνει το 1956 το βραβείο Γκουγκενχάιμ ενώ ο Γ. Γουναρόπουλος το 1958.
Το 1960 με την έκρηξη της αφαίρεσης στη διεθνή τέχνη (αφηρημένος εξπρεσιονισμός), πραγματοποιείται και η στροφή στην Ελλάδα. Η ζωγραφική του Γ. Σπυρόπουλου (βραβείο Unesco στην Μπιενάλε της Βενετίας) αποτελεί μια πρωτότυπη συνεισφορά της Ελλάδας στην ιστορία της αφηρημένης τέχνης.
 
Γ. Μπουζιάνης, Γυναίκα με ομπρέλα, 1935     
Υπερρεαλισμός ή Σουρεαλισμός: Γεννήθηκε γύρω στο 1920 στο Παρίσι ως αντίδραση στην καταστροφικότατα του Ντανταϊσμού (Καλλιτεχνικό κίνημα που εκφράζει το παράλογο, το φανταστικό, την επίθεση εναντίον κάθε κατεστημένου της εποχής. Έμπνευσή τους αποτελούσαν κατά κανόνα οι μηχανές και οι ανθρώπινες φιγούρες τους θύμιζαν περισσότερο ρομπότ). 
Ήταν ένα ευρύτερο καλλιτεχνικό και πολιτικό ρεύμα, σαν επαναστατικό κίνημα, με μια ευρύτερη αναθεώρηση των αξιών της ανθρώπινης ζωής με ιδρυτή τον ποιητή André Breton. Ονειρικές καταστάσεις ζωγραφισμένες με συμβατικό τρόπο. Πραγματικά και ρεαλιστικά στοιχεία συνυπάρχουν σε συνθέσεις που είναι πέρα από τη λογική και τη φαντασία.
Ο κυριότερος εκπρόσωπος του Σουρεαλισμού ή Υπερρεαλισμού στην Ελλάδα είναι ο Ν. Εγγονόπουλος.
 
Ν. Εγγονόπουλος, Ποιητής και Ήρωας, 1973
 

Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2015

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ

Όπως και στη λογοτεχνία υπάρχουν διάφορα είδη (ποίηση, πεζογραφία κτλ), έτσι και στη ζωγραφική υπάρχουν διάφορες Σχολές που τα έργα της κάθε μιας, ξεχωρίζουν από τα έργα της άλλης. Μάλιστα δεν μπορούν να συγκριθούν μεταξύ τους. Είναι ανόμοια πράγματα με ιδιαίτερα εικαστικά χαρακτηριστικά και οι συγκρίσεις πρέπει να γίνονται μεταξύ πινάκων, ιδίων Σχολών.

Μεταβυζαντινή τέχνη - Κρητική Σχολή

Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453), η βυζαντινή καλλιτεχνική παράδοση συνεχίζεται εκτός της οθωμανικής επικράτειας και κυρίως στη βενετοκρατούμενη Κρήτη. Πολλοί αγιογράφοι κατέβηκαν τότε στην Κρήτη και ιδιαίτερα στον Χάνδακα (το σημερινό Ηράκλειο) και δημιούργησαν την Κρητική Σχολή, που συνδύαζε στοιχεία της βυζαντινής τέχνης με τεχνοτροπικά στοιχεία της Αναγέννησης. Κύριος εκπρόσωπος είναι ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος (El Greco).

El greco

 Επτανησιακή Σχολή

Μετά την κατάκτηση της Κρήτης από τους Τούρκους (1669), η στρατηγική και εμπορική σημασία των Ιονίων νήσων, που βρίσκονταν πάντα υπό την Ενετική κατοχή, αυξάνεται. Οι αλλαγές συνδέονται με την τεχνική της ελαιογραφίας σε καμβά, που αντικαθιστά τη βυζαντινή τεχνική της αυγοτέμπερας σε σανίδι. Ο Παναγιώτης Δοξαράς αποτέλεσε τον θεμελιωτή της Επτανησιακής Σχολής.

Π. Δοξαράς

 Σχολή του Μονάχου

Όμως το 1833, η άνοδος του Όθωνα, γιου του Λουδοβίκου Α' της Βαυαρίας, στον θρόνο του ελληνικού κράτους, θα στρέψει τους Έλληνες καλλιτέχνες στο Μόναχο. Έτσι δημιουργείται η Σχολή του Μονάχου ή αλλιώς ο Ακαδημαϊκός Ρεαλισμός και ξεκινά η διείσδυση των γερμανικών ρευμάτων στην Ελλάδα. Το έργο των καλλιτεχνών της Σχολής του Μονάχου διακρίνεται για την άριστη τεχνική στη χρήση του χρώματος σε βάρος της εκφραστικότητας. Από τους πρόδρομους της Σχολής του Μονάχου θεωρείται, ο Θεόδωρος Βρυζάκης, ο πρώτος ζωγράφος που σπούδασε στο Μόναχο.

Βρυζάκης
 Το 1862, με την έξωση του Όθωνα, τελειώνει η περίοδος της Βαυαροκρατίας στην Ελλάδα, ενώ στην τέχνη αρχίζει μια νέα εποχή με την είσοδο στο προσκήνιο της ελληνικής καλλιτεχνικής ζωής των μεγάλων εκπροσώπων της ώριμης Σχολής του Μονάχου, όπως ο Νικηφόρος Λύτρας, γενάρχης της νεοελληνικής ζωγραφικής, ο Κωνσταντίνος Βολανάκης, εισηγητής της τοπιογραφίας στην Ελλάδα, ο Νικόλαος Γύζης και ο Γεώργιος Ιακωβίδης, γνωστός για τις παιδικές σκηνές του. 


Στροφή στον ιμπρεσιονισμό
(θα μιλήσουμε σε άλλη ανάρτηση για τα καλλιτεχνικά ρεύματα).
 
Ενάντια στη Σχολή του Μονάχου θα σταθούν καλλιτέχνες που σπούδασαν σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες και που προσελκύονται από τα παρισινά κινήματα. Ο Ιωάννης Αλταμούρας, θαλασσογράφος, μαθητής του Νικηφόρου Λύτρα, μελετά την ατμόσφαιρα και το φως με ιμπρεσιονιστική διάθεση. Το ίδιο βλέπουμε και στο έργο μαθητών του Γύζη, όπως του Συμεών Σαββίδη, που ζωγραφίζει οριενταλιστικές σκηνές, εμπνευσμένες από τα ταξίδια του, όπου αιχμαλωτίζει το φως και το πλούσιο χρώμα της Ανατολής.
Ο πιο αυθεντικός Έλληνας οριενταλιστής είναι ο Θεόδωρος Ράλλης όπου ερμηνεύει τα ελληνικά θέματα από τη σκοπιά ενός ζωγράφου της Γαλλικής Σχολής. Ο πλέον όμως Έλληνας ιμπρεσιονιστής είναι ο Περικλής Πανταζής που συνδυάζει προσωπογραφία και νεκρή φύση με σεζανική δομή και χρώμα που παραπέμπει σε Μανέ.
Στο τέλος του αιώνα οι περισσότεροι Έλληνες καλλιτέχνες αισθάνονται την ανάγκη να ανοίξουν την παλέτα τους και να ανανεώσουν τη ζωγραφική τους με την αύρα του Ιμπρεσιονισμού, ανεξάρτητα από την προέλευσή τους.
Ο 20ος αιώνας χαρακτηρίζεται από τη στροφή προς το Παρίσι, καλλιτεχνική πρωτεύουσα της Ευρώπης εκείνη την εποχή. Το ρεύμα του Συμβολισμού διαδίδεται σε ολόκληρη την Ευρώπη. 
Η ανανέωση στην τέχνη συμπίπτει με την ανανέωση της πολιτικής ζωής και την είσοδο στο προσκήνιο του μεγάλου Έλληνα πολιτικού Ελευθέριου Βενιζέλου. Εμφανίζονται οι πρώτες αίθουσες εκθέσεων. Ο άνεμος της ανανέωσης που φτάνει, πνέει από παντού. Με πρότυπο τα γαλλικά μεταϊμπρεσιονιστικά ρεύματα, ο Κωνσταντίνος Παρθένης, ο Κωνσταντίνος Μαλέας, ο Νικόλαος Λύτρας, γιος του Νικηφόρου Λύτρα και λίγο αργότερα ο Σπύρος Παπαλουκάς θα επιχειρήσουν και τελικά θα βρουν ένα χρωματικό ιδεόγραμμα του ελληνικού φωτός. Η ανανέωση προωθείται και από την Ομάδα Τέχνη με μέλη ζωγράφους και λόγιους κριτικούς. Τα έργα τους εντάσσονται στο πνεύμα του Μοντερνισμού.
 
Η Γενιά του ’30

Η Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 αποτελεί ορόσημο του Μεσοπολέμου για την Ελλάδα. Η τραυματική αυτή εμπειρία δημιούργησε την ανάγκη μιας εθνικής αυτοβεβαίωσης που εκφράστηκε με αποστροφή στη δύση και την επιστροφή προς την παράδοση. Το ώριμο έργο του Κωνσταντίνου Παρθένη μαρτυρεί αυτές τις αλλαγές.
Ο Μικρασιάτης Φώτης Κόντογλου απορρίπτει κάθε επαφή με τη δυτική τέχνη. Η διδασκαλία του μπορεί να θεωρηθεί ο σπόρος που θα γεννήσει την τέχνη των ζωγράφων που είναι γνωστοί ως «Γενιά του 30». 
Σε αντίθεση με τον Κόντογλου, ο φίλος του Σπύρος Παπαλουκάς προσεγγίζει την παράδοση μέσα από την εμπειρία της σύγχρονης τέχνης. Ο Γιάννης Τσαρούχης επίσης κατανοεί το αδιέξοδο της διδασκαλίας του Κόντογλου και ανοίγει έναν γόνιμο διάλογο με πολλές παραδόσεις, πάντα μέσα από τον προβληματισμό της σύγχρονης τέχνης, ιδιαίτερα του Ανρί Ματίς. Το δίδαγμα του Κόντογλου συμφιλιώνεται με τους κώδικες της μεταφυσικής ζωγραφικής στο έργο του Νίκου Εγγονόπουλου. Ο Νίκος Χατζηκυριάκος - Γκίκας, μαθητής του Παρθένη, ζωγραφίζει τοπία, εσωτερικά και νεκρές φύσεις σε ένα ύφος μετακυβιστικό, με φως και χρώμα ελληνικό.
 
 
Η δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά (1936-1940) βρήκε διαμορφωμένο το ρεύμα της επιστροφής στην παράδοση και το υιοθέτησε, θεωρώντας ότι μπορούσε έτσι να εκφράσει την εθνικιστική ιδεολογία του καθεστώτος.
Μέσα σε αυτό το κλίμα η Γενιά του ’30 ανακαλύπτει την αξία της τέχνης λαϊκών καλλιτεχνών, όπως είναι ο ζωγράφος του Μακρυγιάννη και ο Θεόφιλος Χατζημιχαήλ.
 
Θεόφιλος
Οι ζωγράφοι της γενιάς του ’30 μετά τον πόλεμο, ωριμάζουν και αναπτύσσουν το έργο τους στα μεταπολεμικά χρόνια, όπου θα πορευτούν την «ιδιωτική τους οδό», που θα τους οδηγήσει σε προορισμούς τελείως διαφορετικούς.
Το 1949 ο μεγάλος εικαστικός Γιάννης Μόραλης μαζί με αρκετούς ακόμα έλληνες ζωγράφους της γενιάς των ‘30, μεταξύ των οποίων ο Νίκος Χατζηκυριάκος - Γκίκας, ο Γιάννης Τσαρούχης, ο Νίκος Νικολάου και ο Νίκος Εγγονόπουλος, ιδρύουν την καλλιτεχνική ομάδα «Αρμός» και έναν χρόνο μετά διοργανώνουν την πρώτη κοινή τους έκθεση στο Ζάππειο. 
 
Χατζηκυριάκος - Γκίκας
'50 και ’60

Στα μέσα της δεκαετίας του 1950 αρχίζει και πάλι η δραστηριότητα της καλλιτεχνικής ζωής, κυρίως με τη δημιουργία νέων αιθουσών τέχνης. Στην Ελλάδα και γενικά στον Νότο, ο Εξπρεσιονισμός σπανίζει.
Το 1960 με την έκρηξη της αφαίρεσης στη διεθνή τέχνη (αφηρημένος εξπρεσιονισμός), πραγματοποιείται και η στροφή στην Ελλάδα. Η ζωγραφική του Γ. Σπυρόπουλου (βραβείο Unesco στην Μπιενάλε της Βενετίας) αποτελεί μια πρωτότυπη συνεισφορά της Ελλάδας στην ιστορία της αφηρημένης τέχνης.
Xούντα - Μεταπολίτευση 

Το 1964 όμως η ανάπτυξη σε όλους τους τομείς του πολιτισμού ανακόπτεται με τη δικτατορία. Η λογοκρισία, η απόσυρση έργων από εκθέσεις, η δίωξη καλλιτεχνών φρενάρουν για λίγο τη δημιουργική πορεία.
Την αποκατάσταση της δημοκρατίας συνοδεύει η άνθηση της καλλιτεχνικής ζωής, η επιστροφή καλλιτεχνών, και η τόνωση της αγοράς. Πάνω από είκοσι γκαλερί λειτουργούν στην Αθήνα στα 1976, που διπλασιάζονται στα μέσα της δεκαετίας του ‘80, ενώ η δημοσιοποίηση ιδιωτικών συλλογών (Πινακοθήκη Πιερίδη, μουσείο Βορρέ, Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης και Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Γουλανδρή), το καθένα με τον δικό του χαρακτήρα συμβάλλουν στην καλλιτεχνική κινητικότητα της εποχής. 
 
Πολλοί σπουδαίοι καλλιτέχνες, χωρίς να κατατάσσονται αναγκαία σε κάποιο ρεύμα, αρχίζουν να γράφουν τις πρώτες σελίδες της σύγχρονης ζωγραφικής στην Ελλάδα. Κάποιοι από αυτούς, ο Δημήτρης Μυταράς, ένας από τους σημαντικούς και πιο παραγωγικούς ζωγράφους, ο Αλέκος Φασιανός με το ιδιαίτερο του στυλ και τις συνθέσεις που κυριαρχεί η μορφή του αξιωματικού, με τα φουσκωτά, κόκκινα μάγουλα, τα φανταχτερά σιρίτια στη στολή και το γελοιογραφικά υποβλητικό ύφος. Επίσης ο Γιάννης Γαΐτης με τα χαρακτηριστικά του «ανθρωπάκια», με τα οποίο καθιερώνεται διεθνώς, σύμβολα της αλλοτρίωσης και της μαζικοποίησης του σύγχρονου ανθρώπου, αλλά και κριτική στον καταναλωτισμό και στη σκοτεινή πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα του '60. Επίσης ο Χρόνης Μπότσογλου, συγκαταλέγεται στους σημαντικότερους ζωγράφους της ελληνικής μεταπολεμικής τέχνης.
 
 
Σήμερα σε αυτούς τους μεγάλους εικαστικούς έρχεται να προστεθεί και μια νέα φουρνιά πολύ αξιόλογων νέων ζωγράφων που αξίζει την προσοχή μας.